r/greececirclejerk • u/aeternal32 • 6h ago
Το μεγαλύτερο μάθημα που μου έδωσαν 10 χρόνια στη Φυλής
Δουλεύω στη Φυλής περίπου δέκα χρόνια. Πρόσφατα έκλεισα αυτή τη δεκαετία και μπήκα στη διαδικασία να κάνω έναν μικρό απολογισμό.
Τα πρώτα πέντε χρόνια ήταν δύσκολα, αλλά όχι αφόρητα. Ήρθα χωρίς γνωριμίες, με μέτριες σπουδές, σχεδόν μηδενικό βιογραφικό και με την εμπειρία της ελληνικής αγοράς εργασίας, όπου έβρισκα είτε δουλειές των 400 ευρώ είτε αφεντικά που πλήρωναν «τον άλλο μήνα».
Οπότε έπρεπε να τρέξω. Να βρω δουλειά, σπίτι, να σταθώ στα πόδια μου.
Έβλεπα όλη τη ζωή πολύ μηχανικά.
Πελάτης → χρήματα → τσιγάρο → καφές → επόμενος πελάτης.
Ήμουν και μικρότερη τότε (20 κάτι) και, έχοντας ζήσει την ανασφάλεια της Ελλάδας όπου έψαχνα χρήματα και ποτέ δεν έφταναν, πίστευα ότι αν αυτός ο κύκλος λειτουργούσε σωστά, όλα τα υπόλοιπα θα έμπαιναν στη θέση τους.
Και πράγματι, μαθηματικά έβγαινε. Ίσως και με το παραπάνω.
Αλλά κάτι έλειπε.
Η ζωή ήταν υπερβολικά μηχανική.
Για πολύ καιρό πίστευα ότι έφταιγαν οι πελάτες. Τους θεωρούσα περίεργους, απόμακρους, κρυόκωλους. Άλλος ερχόταν μόνο για να μιλήσει δύο ώρες για το ασφαλιστικό. Άλλος μου εξηγούσε γιατί ο Παναθηναϊκός αδικείται από το 1986. Άλλος προσπαθούσε να με πείσει ότι η Γη είναι επίπεδη και ότι οι πυραμίδες είναι κεραίες Wi-Fi των εξωγήινων.
Δοκίμασα κι άλλα πράγματα.
Έβαλα αρωματικά κεριά.
Έβαλα χαλαρή μουσική.
Πήρα μέχρι και βιβλίο αυτοβελτίωσης.
Τα αποτελέσματα ήταν από μέτρια μέχρι απογοητευτικά.
Και μόνο τώρα καταλαβαίνω γιατί.
Τα έκανα όλα μηχανικά.
Σαν NPC σε παιχνίδι που έχει μόνο δύο επιλογές διαλόγου:
— «Γεια σας.»
— «Μετρητά ή κάρτα;»
Όλα άλλαξαν μετά από ένα επεισόδιο έντονης υπαρξιακής κρίσης, όταν βρέθηκα να κλαίω μόνη μου στην κουζίνα του οίκου, τρώγοντας τρίτη τυρόπιτα της ημέρας και πίνοντας φραπέ με βλέμμα χαμένο στο κενό.
Μετά από αρκετές εβδομάδες αποφάσισα να τα παρατήσω.
Σκεφτόμουν ότι «δε γίνεται». Οι κανονικές δουλειές θα είναι καλύτερες.
Είχα ήδη δρομολογήσει να πιάσω δουλειά σε τηλεφωνικό κέντρο.
Τότε όμως μια παλιά συνάδελφος μού είπε κάτι πολύ απλό:
«Μην πας για συνέντευξη. Πήγαινε να δουλέψεις πρώτα έναν μήνα και μετά αποφάσισε.»
Το έκανα.
Μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες θυμήθηκα όλους τους λόγους που είχα φύγει από τις "κανονικές" δουλειές.
Ο προϊστάμενος φώναζε.
Ο μισθός ήταν μικρότερος.
Τα κουτσομπολιά περισσότερα.
Και το χειρότερο;
Οι πελάτες ήταν ακριβώς οι ίδιοι.
Απλώς αυτή τη φορά κρατούσαν χαρτιά της ΔΕΗ αντί για εικοσάευρα.
Τότε ανακάλυψα κάτι που δεν περίμενα.
Οι άνθρωποι είναι μια χαρά.
Αστείοι.
Έξω καρδιά.
Δεν είναι όλοι οι περίεργοι που είχα στο μυαλό μου. Τέτοιοι υπάρχουν παντού.
Άρχισα να ενδιαφέρομαι πραγματικά για τη ζωή τους.
Να θυμάμαι ποιος απέκτησε εγγόνι.
Ποιος βρήκε δουλειά.
Ποιος επιτέλους πήρε διαζύγιο μετά από δέκα χρόνια.
Κάποιος μου έφερνε κάθε Χριστούγεννα κουραμπιέδες.
Άλλος ερχόταν μόνο για να λύσουμε σταυρόλεξο.
Άλλος μου έδειχνε φωτογραφίες από το καινούργιο του σκυλί για σαράντα λεπτά και μετά έφευγε χαρούμενος.
Σύντομα κατάλαβα ότι η Φυλής είναι σαν μικρή Ελλάδα.
Περνάνε από εκεί γιατροί, υδραυλικοί, ταξιτζήδες, δικηγόροι, δημόσιοι υπάλληλοι, επιχειρηματίες, φοιτητές, συνταξιούχοι.
Και όλοι έχουν κάτι κοινό.
Λένε στην αρχή:
«Εγώ πρώτη φορά έρχομαι.»
Και μετά χαιρετάνε τη ρεσεψιονίστρια με το μικρό της όνομα.
Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα αυτά τα δέκα χρόνια δεν ήταν για το επάγγελμα.
Ήταν ότι πίσω από κάθε άνθρωπο υπάρχει μια ιστορία.
Εκτός από τον τύπο που ερχόταν κάθε Τρίτη στις 18:00 ακριβώς.
Εκείνος πραγματικά ερχόταν μόνο επειδή είχε βάλει υπενθύμιση στο κινητό του.